ΠΑΙΔΙΑΤΡΟΥ

    ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΟΛΑ

  σε Παλαιό Φάληρο &

             Σαρωνίδα

 

  •  Επιστημονικό κύρος 
  •   Μακροχρόνια νοσοκομειακή  εμπειρία
  •  Άνετη επικοινωνία
  •  Ήθος κατά την              άσκηση  της ιατρικής
  •  Προσβασιμότητα
  •  Εξειδίκευση στις               δυσλιπιδαιμίες 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Καταχώρηση 2014/12/23
Περισσότερα

Νέος Τίτλος Δημοσίευσης

Καταχώρηση 2014/12/23
Περισσότερα

Νέος Τίτλος Δημοσίευσης

Καταχώρηση 2014/12/23
Περισσότερα

ΝΕΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ (GUIDELINES) ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΛΙΠΙΔΙΩΝ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ...

Καταχώρηση 2014/07/13



Οι κατευθυντήριες οδηγίες για τον έλεγχο των λιπιδίων στα παιδιά για τις οποίες πραγματοποίησα ομιλία στο 52ο Πανελλήνιο Παιδιατρικό Συνέδριο της Ρόδου έχουν αναρτηθεί στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας, στον ακόλουθο σύνδεσμο:

http://www.e-child.gr/component/k2/item/98-guidelines-for-lipid-screening-in-children

Περισσότερα

Από την παιδική ηλικία η πρόληψη της αθηρωμάτωσης: Διατροφή, άθληση και στοματική υγιεινή οι βασικές παράμετροι

Καταχώρηση 2012/12/18

Από την παιδική ηλικία ξεκινά και εξελίσσεται αθόρυβα και ασυμπτωματικά η αθηρωμάτωση (αθηροσκλήρωση), μια πολυπαραγοντική διαδικασία η οποία οδηγεί σε καρδιαγγειακές παθήσεις όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και οι περιφερικές αγγειοπάθειες που αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου και αναπηρίας τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε ολόκληρο τον Δυτικό Κόσμο.

Η πρόληψη της αθηρωμάτωσης πρέπει να ξεκινά από την παιδική ηλικία και να περιλαμβάνει την υγιεινή του στόματος, τη σωστή διατροφή και την άθληση, με ταυτόχρονη αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου.
Η στοματική κοιλότητα είναι ζωτικής σημασίας στην ανθρώπινη εμφάνιση και υγεία. Από εκεί ξεκινάει η καλή ή κακή υγεία του αναπνευστικού συστήματος (ευαισθησία στις λοιμώξεις), του πεπτικού (έλκος στομάχου), η καλή ή κακή πέψη και η διατροφή. Είναι σημαντικό, λοιπόν, η καλή υγιεινή του στόματος να ξεκινήσει από την παιδική ηλικία και να συνοδεύει τον άνθρωπο σε όλα τα στάδια της ζωής του.
Εδώ και αρκετά χρόνια άρχισε η μελέτη της σχέσης των νοσημάτων του συνδετικού ιστού και των συστηματικών φλεγμονών με την αθηρωμάτωση, ενώ τελευταία, πολύς λόγος γίνεται για τη συμμετοχή της υγιεινής των παθήσεων του στόματος αμφίδρομα, στους παράγοντες κινδύνου της αθηρωμάτωσης και κατ΄ επέκταση στις καρδιαγγειακές επιπλοκές.
Η περιοδοντική νόσος, μια φλεγμονώδης πάθηση της στοματικής κοιλότητας, που καταστρέφει τους περιοδοντικούς ιστούς και οδηγεί σε μειωμένη οδοντική στήριξη, φαίνεται πως έχει μία αμφίδρομη σχέση με τον σακχαρώδη διαβήτη και τη στεφανιαία νόσο. Η περιοδοντίτιδα, ειδικά στα πρώιμα στάδια, είναι συνήθως ασυμπτωματική και ο ασθενής προσέρχεται στον οδοντίατρο παραπονούμενος για αιμορραγία κατά το βούρτσισμα ή σε προχωρημένες μορφές της νόσου για κινητικότητα των δοντιών του.
Σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, το 44%-57% του συνολικού πληθυσμού εμφανίζει μέτριας βαρύτητας περιοδοντική νόσο, ενώ περίπου το 10% παρουσιάζει βαρύτερες μορφές της νόσου. Υπάρχουν ενδείξεις για τη σύνδεσή της με καρδιαγγειακά νοσήματα και έτσι ενισχύεται ο ρόλος της στοματικής υγείας στη γενικότερη συστηματική υγεία.
Η κακή υγιεινή του στόματος ευθύνεται πιθανότατα για την αμφίδρομη σχέση μεταξύ της περιοδοντίτιδας και της στεφανιαίας νόσου.
Υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι ο σακχαρώδης διαβήτης σχετίζεται με αυξημένη εμφάνιση και επιβαρυμένη πορεία της περιοδοντίτιδας και αντίστροφα η περιοδοντική νόσος υποστηρίζεται ότι σχετίζεται με φτωχότερο γλυκαιμικό έλεγχο, επομένως με αυξημένο σάκχαρο νηστείας και αυξημένη γλυκοζιωμένη αιμοσφαιρίνη.
Εκτός από την υγιεινή του στόματος, απαιτούνται:

1. Προληπτικός έλεγχος των λιπιδίων σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά και ειδικότερα από την ηλικία των 2 ετών σε όσα έχουν βεβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό δυσλιπιδαιμίας ή πρώιμης στεφανιαίας νόσου, ενώ η πλέον κατάλληλη ηλικία ελέγχου σε όσα παιδιά έχουν αρνητικό οικογενειακό ιστορικό είναι η ηλικία των 9 ετών. Στόχος η πρώιμη ανίχνευση και αντιμετώπιση πιθανής δυσλιπιδαιμίας, η οποία αποτελεί τον σημαντικότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου.

2. Υγιεινή-μεσογειακή-διατροφή

3. Αυξημένη σωματική δραστηριότητα με μύηση στην άθληση.

Η εφαρμογή των παραπάνω θα συμβάλλει στην αποτροπή της αθηρωμάτωσης και των αγγειακών επιπλοκών της.
Περισσότερα

Προληπτικός έλεγχος λιπιδίων στα παιδιά

Καταχώρηση 2012/12/17

Η αθηρωμάτωση αποτελεί πολυπαραγοντική νόσο, η οποία είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. 
Η πρώιμη αθηρωμάτωση έχει συσχετισθεί με ορισμένους προδιαθεσικούς παράγοντες στους οποίους περιλαμβάνονται οι διαταραχές των λιπιδίων , το βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό πρώιμου αγγειακού επεισοδίου (των στεφανιαίων ή περιφερικών αγγείων), το αρκετά συχνό, δυστυχώς, στις μέρες μας μεταβολικό σύνδρομο , ο σακχαρώδης διαβήτης, η αρτηριακή υπέρταση, το κάπνισμα (ενεργητικό ή παθητικό), η παχυσαρκία, κυρίως κεντρικού τύπου, η καθιστική ζωή και η υπερομοκυστεϊναιμία 
Από τους παράγοντες αυτούς, φαίνεται ότι οι λιποπρωτεΐνες και το πρωτεϊνικό τους τμήμα, οι απολιποπρωτεΐνες, παίζουν τον πλέον αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της αθηρωματικής διεργασίας.

Επειδή οι αθηρωματικές βλάβες προηγούνται των κλινικών εκδηλώσεων κατά αρκετά χρόνια ή δεκαετίες και δεδομένου ότι η όλη διαδικασία είναι εξελικτική με αφετηρία στη βρεφική ηλικία, είναι προφανής η αναγκαιότητα της έγκαιρης ανίχνευσης της υπερχοληστερολαιμίας που αποτελεί τον πλέον συνήθη τύπο δυσλιπιδαιμίας και της έναρξης από την παιδική ηλικία της προσπάθειας αποκατάστασης των λιπιδίων σε φυσιολογικά επίπεδα και, συνεπώς, ελάττωσης του κινδύνου εμφάνισης της στεφανιαίας νόσου σε μεγαλύτερη ηλικία.

Eίναι, λοιπόν, προφανής και πέραν πάσης αμφισβητήσεως η αξία της έγκαιρης ανίχνευσης και θεραπείας των ατόμων με δυσλιπιδαιμία και μάλιστα από την παιδική ηλικία.
Άλλωστε η ανάγκη εφαρμογής ενός προγράμματος ανιχνευτικού ελέγχου και αντιμετώπισης της δυσλιπιδαιμίας γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, λόγω του επιδημικού χαρακτήρα που έχει λάβει η παιδική παχυσαρκία και των συνοδών παραγόντων αυξημένου κινδύνου πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου. 
Τα κύρια ερωτήματα, όμως, που χρόνια τώρα απασχολούν είναι:
• Αν ο έλεγχος αυτός πρέπει να είναι επιλεκτικός βασιζόμενος σε ορισμένα κριτήρια ή να περιλαμβάνει όλα τα παιδιά.
• Πότε πρέπει να αρχίζει ο ανιχνευτικός αυτός έλεγχος –και τέλος-
• Τι πρέπει να περιλαμβάνει ο αρχικός έλεγχος, δηλαδή μόνο την ολική χοληστερόλη, την ολική και την HDL- χοληστερόλη ή την πλήρη ανάλυση όλων των λιποπρωτεϊνών εξ αρχής;
Οι μέχρι πρότινος συστάσεις εστίαζαν στο οικογενειακό ιστορικό υπερχοληστερολαιμίας ή πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου, για την ανεύρεση των παιδιών αυξημένου κινδύνου, που απαιτούν πιο εντατική διερεύνηση και παρέμβαση. Ως κριτήρια βεβαρημένου οικογενειακού ιστορικού, θεωρούνται η υψηλή χοληστερόλη τουλάχιστον στον ένα γονιό ή η πρώιμη (σε ηλικία μικρότερη των 55 ετών) αγγειακή νόσος στους γονείς ή σε έναν από τους παππούδες ή τις γιαγιάδες του παιδιού. 
Υπολογίζεται, ότι παιδιά με οικογενειακό ιστορικό πρώιμης αγγειακής νόσου του ενός ή και των δύο γονιών, έχουν μέχρι και 13 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο από τον γενικό πληθυσμό να παρουσιάσουν έμφραγμα του μυοκαρδίου σε ηλικία μικρότερη των 55 χρόνων.
Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 2000, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής αποφάσισε να εντάξει στην ομάδα του επιλεκτικού προληπτικού ελέγχου όλα τα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά, όσα παιδιά πάσχουν από υπέρταση ή διαβήτη καθώς και τους εφήβους που καπνίζουν, ανεξάρτητα από το οικογενειακό τους ιστορικό. Επίσης τα παιδιά με νοσήματα των νεφρών, του ήπατος και του θυρεοειδούς. Τέλος, αν το οικογενειακό ιστορικό είναι ασαφές, ο προληπτικός έλεγχος επαφίεται στην κρίση του παιδιάτρου.
Συνοψίζοντας τα στοιχεία της μέχρι τώρα ακολουθούμενης πολιτικής προληπτικού ελέγχου των λιπιδίων στα παιδιά:
Τα παιδιά με αρνητικό οικογενειακό ιστορικό και για όσο χρονικό διάστημα αυτό παραμένει αρνητικό, δεν χρειάζονταν έλεγχο. Ελέγχονταν τα παιδιά άνω των 2 ετών και πάντως προτού συμπληρώσουν το 10ο έτος της ζωής τους, εφόσον έχουν θετικό οικογενειακό ιστορικό, ενώ συστηνόταν ο έλεγχος των παιδιών τα οποία, ανεξάρτητα από το οικογενειακό ιστορικό, παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου για πρώιμη αθηρωμάτωση.
Εξάλλου, τα κριτήρια για την επιλογή των παιδιών που πρέπει να υποβληθούν σε προληπτικό έλεγχο, καθορίζουν και την έκταση του ελέγχου που πρέπει να γίνει. Έτσι, αν ο έλεγχος γίνεται επειδή ο ένας τουλάχιστον από τους γονείς έχει υψηλή χοληστερόλη, αλλά δεν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, ο προσδιορισμός της ολικής χοληστερόλης είναι επαρκής ως αρχική εξέταση. Αν η τιμή της ολικής χοληστερόλης είναι μικρότερη των 170 mg/dl, επαναλαμβάνεται η μέτρησή της μετά από 5 χρόνια. Αν η ολική χοληστερόλη υπερβαίνει τα 170, η τιμή αυτή πρέπει να επιβεβαιώνεται με δεύτερη μέτρηση κι αν η μέση τιμή των δύο μετρήσεων είναι πάλι υψηλότερη από 170, πρέπει να ακολουθήσει προσδιορισμός των επιπέδων των τριγλυκεριδίων, της LDL- και της HDL-χοληστερόλης. 
Αν όμως ο προληπτικός έλεγχος γίνεται λόγω οικογενειακού ιστορικού πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου, πρέπει εξ αρχής να προσδιορίζονται τόσο η ολική χοληστερόλη, όσο και τα κλάσματά της καθώς και τα τριγλυκερίδια.
Βασική, πάντως, εργαστηριακή παράμετρος προσδιορισμού κινδύνου αλλά και παρακολούθησης, αποτελεί η LDL-χοληστερόλη, ενώ φαίνεται ότι πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη τόσο τα επίπεδα των απολιποπρωτεϊνών Β και ΑΙ και της μεταξύ τους σχέσης, όσο και της λιποπρωτεΐνης (α), της Lp(a), παρότι η μέτρησή τους δεν προβλέπεται στα πλαίσια του προληπτικού ελέγχου, τουλάχιστον του βασικού.
Όμως, κύριο μειονέκτημα του επιλεκτικού ελέγχου είναι η περιορισμένη αξιοπιστία του οικογενειακού ιστορικού ως κριτηρίου για την επιλογή των παιδιών υψηλού κινδύνου και τούτο, διότι: Μολονότι συνιστάται προληπτικός έλεγχος της χοληστερόλης όλων των ενηλίκων ηλικίας άνω των 20 χρόνων κάθε 5 χρόνια, ο έλεγχος αυτός συχνότατα δεν πραγματοποιείται. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του παιδιάτρου, την απόφαση να υποβάλλει σε προληπτικό έλεγχο παιδιά των οποίων το ιστορικό δεν είναι δυνατόν, για διάφορους λόγους, να διευκρινισθεί.
Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπεται και το γεγονός, ότι το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να μεταβάλλεται με την πάροδο της ηλικίας, ιδίως όταν οι γονείς είναι ακόμη νέοι, με αποτέλεσμα πολλά παιδιά μικρής ηλικίας να διαφύγουν τον έλεγχο, ακριβώς επειδή το οικογενειακό τους ιστορικό δεν έχει ακόμη θετικοποιηθεί.
Εξάλλου, πολλοί ερευνητές, μεταξύ αυτών και εμείς σε παλαιότερη μελέτη μας (Καβαζαράκης και συνεργάτες) έχουν/έχουμε δείξει ότι, ο έως πρότινος επισήμως προτεινόμενος επιλεκτικός προληπτικός έλεγχος που βασίζεται στο οικογενειακό ιστορικό αποτυγχάνει να ανιχνεύσει σημαντικό αριθμό παιδιών με δυσλιπιδαιμία. Έχει διαπιστωθεί ότι η ευαισθησία του οικογενειακού ιστορικού για την ανίχνευση παιδιών με υπερχοληστερολαιμία δεν υπερβαίνει το 40%, ενώ η θετική προγνωστική του αξία κυμαίνεται στα επίπεδα του 30-35%. 
Έτσι πρόσφατα, μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, σε συνεργασία με την Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, αποφάσισαν τη γενίκευση του προληπτικού ελέγχου των λιπιδίων σε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως οικογενειακού ιστορικού. Ειδικότερα, η νέα σύσταση υποδεικνύει είτε τη μέτρηση των επιπέδων non-HDL-χοληστερόλης χωρίς νηστεία, είτε τη μέτρηση των βασικών λιπιδιακών κλασμάτων μετά από νηστεία, στην ηλικία των 9-11 ετών και έναν επόμενο πλήρη έλεγχο στην ηλικία των 18-21 ετών. Προτείνουν, επίσης, τη μέτρηση γλυκόζης νηστείας με στόχο την ανίχνευση διαβήτη σε παιδιά, είτε παχύσαρκα ή υπέρβαρα, είτε σε όσα έχουν οικογενειακό ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ, στην ηλικία των 10 ετών ή τουλάχιστον στην έναρξη της εφηβείας. 
Προτείνεται η ηλικία των 9-11 χρόνων, επειδή τότε σταθεροποιούνται οι τιμές των λιπιδίων, οι οποίες τόσο νωρίτερα όσο και αργότερα στην εφηβεία παρουσιάζουν διακυμάνσεις.
Το όφελος από τον μαζικό προληπτικό έλεγχο, είναι κυρίως η πρώιμη ανίχνευση παιδιών με σοβαρή δυσλιπιδαιμία, αλλά αρνητικό οικογενειακό ιστορικό, τα οποία θα είχαν διαφύγει με βάση την προσέγγιση του επιλεκτικού ελέγχου. Στα παιδιά αυτά, όπως σας προανέφερα, υπάρχει σήμερα η δυνατότητα αποτελεσματικής θεραπείας με σκοπό την ανάσχεση ή και την υποστροφή της αθηρωματικής διεργασίας που αρχίζει ήδη από τη βρεφική ηλικία. Λαμβάνοντας, μάλιστα, υπόψη την επιδημική έξαρση της παιδικής παχυσαρκίας και του μεταβολικού συνδρόμου, ο έλεγχος στην ηλικία των 9-11 χρόνων, πριν δηλαδή την έναρξη της εφηβείας με τον γνωστό αρνητισμό που τη χαρακτηρίζει, θα συμβάλει στην έγκαιρη συμβουλευτική παρέμβαση και ευαισθητοποίηση τόσο του παιδιού που στην ηλικία αυτή είναι σε θέση να καταλάβει, όσο και της οικογένειάς του.


Συμπερασματικά

• Όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως οικογενειακού ιστορικού, συνιστάται πλέον να υποβάλλονται σε έλεγχο λιπιδίων στην ηλικία των 9-11 ετών και να υποβάλλονται ξανά σε πλήρη έλεγχο στην ηλικία των 17-21 ετών.

• Νωρίτερα, από ηλικίας 2 ετών, πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο τα παιδιά με βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό υπερχοληστερολαιμίας ή πρώιμης στεφανιαίας νόσου.

• Ο έλεγχος περιλαμβάνει τη μέτρηση της συγκέντρωσης της ολικής χοληστερόλης νηστείας και της HDL-χοληστερόλης.
Επίσης, συνιστάται πλέον, τα παιδιά υψηλού κινδύνου, δηλαδή όσα έχουν βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό υπερχοληστερολαιμίας ή πρώιμης στεφανιαίας νόσου, όπως υποβάλλονται σε διαιτολόγιο με μειωμένη περιεκτικότητα σε λίπος, ήδη από ηλικίας ενός έτους, σε αντίθεση με την μέχρι τώρα ακολουθούμενη πρακτική.

Βάσει, τέλος, των κριτηρίων που αναλύθηκαν προηγουμένως, τα παιδιά με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία μπορούν και μάλιστα επιβάλλεται να υποβληθούν σε φαρμακευτική αγωγή, με στόχο την επίτευξη φυσιολογικών-κατά το δυνατόν-συγκεντρώσεων της LDL και δευτερευόντως της non-HDL-χοληστερόλης, που όσο νωρίτερα επιτευχθεί, τόσο μικρότερη η πιθανότητα εκδήλωσης μελλοντικής και δη πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου.

Περισσότερα

Το παιδί με αυξημένη χοληστερόλη

Καταχώρηση 2012/12/17

Η χοληστερόλη είναι περισσότερο γνωστή με το όνομα χοληστερίνη ,όμως ο όρος «χοληστερόλη» είναι πιο σωστός.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα από τα «λίπη» (σωστότερα λιπίδια) που υπάρχουν στον οργανισμό μας. Το παίρνουμε μόνο από τις ζωικές τροφές, αλλά παράγεται και από τον ίδιο τον οργανισμό στο συκώτι.
Μικρές ποσότητες χοληστερόλης είναι απαραίτητες για τη ζωή των νευρικών κυττάρων αλλά και για τη σύνθεση ορισμένων ορμονών, όπως είναι για παράδειγμα η κορτιζόλη. Ωστόσο οι ποσότητες αυτές δεν πρέπει να υπερβαίνουν ορισμένα όρια.
Η χοληστερόλη δεν κυκλοφορεί ελεύθερη στο αίμα γιατί δεν είναι υδατοδιαλυτή. Μαζί με τα τριγλυκερίδια, τα φωσφολιπίδια και ορισμένες πρωτεΐνες, γνωστές ως απολιποπρωτεΐνες σχηματίζει συμπλέγματα γνωστά ως λιποπρωτεΐνες.
Υπάρχουν αρκετών ειδών λιποπρωτεΐνες, όμως οι πιο σημαντικές είναι δύο:
οι λιποπρωτεΐνες χαμηλής πυκνότητας (LDL) οι οποίες περιέχουν άφθονη χοληστερόλη και μικρή ποσότητα πρωτεϊνών και οι λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας (HDL) οι οποίες αντιστρόφως είναι πλούσιες σε πρωτεΐνη και φτωχές σε χοληστερόλη.
Η LDL είναι γνωστή και ως «κακή» χοληστερόλη.Ο λόγος είναι ότι, όταν οι συγκεντρώσεις της στο αίμα είναι μεγαλύτερες από όσο πρέπει, τότε τα κύτταρα του οργανισμού παίρνουν από την LDL όση χοληστερόλη είναι σε θέση να μεταβολίσουν και η υπόλοιπη χοληστερόλη που περισσεύει και την οποία τα κύτταρα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν, «κάθεται» στα τοιχώματα των αρτηριών προκαλώντας έτσι την αθηρωμάτωση.
Aντίθετα, η HDL λέγεται και «καλή» χοληστερόλη επειδή παίρνει τη χοληστερόλη από τα τοιχώματα των αρτηριών και τη μεταφέρει στο συκώτι το οποίο χρησιμεύει σαν εργοστάσιο επεξεργασίας της χοληστερόλης.
Ως εκ τούτου είναι καλό να έχουμε υψηλή HDL,γιατί έτσι προστατευόμαστε από την αθηρωμάτωση. Πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι όσοι έχουν χαμηλή HDL, έχουν αυξημένο κίνδυνου ισχαιμικής καρδιοπάθειας, έστω και αν έχουν φυσιολογικές τιμές ολικής χοληστερόλης. Άλλωστε η ολική χοληστερόλη αποτελεί την έκφραση του αθροίσματος της χοληστερόλης τόσο των LDL και HDL όσο και των άλλων λιποπρωτεϊνών. Τα επίπεδα στο αίμα της ολικής χοληστερόλης έχουν σχετική μόνο αξία. Μεγαλύτερη προγνωστική αξία έχει ο προσδιορισμός των επιπέδων των LDL και HDL.
Η παρουσία μεγάλης ποσότητας χοληστερόλης στο αίμα, περισσότερης από το φυσιολογικό ονομάζεται υπερχοληστερολαιμία. Υπάρχουν διάφοροι τύποι υπερχοληστερολαιμίας οι οποίοι ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τα συμπτώματα και κυρίως από τα ευρήματα του εργαστηριακού ελέγχου.
Η υπερχοληστερολαιμία μπορεί να οφείλεται
σε κληρονομική διαταραχή, στην οποία ο μεταβολισμός της χοληστερόλης δεν είναι φυσιολογικός
σε υπερβολική κατανάλωση τροφών πλούσιων σε κεκορεσμένα λίπη
σε κάποια άλλη νόσο η οποία αυξάνει τα επίπεδα της χοληστερόλης, όπως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, ο υποθυρεοειδισμός ή παθήσεις των νεφρών ή του ήπατος
ή τέλος σε συνδυασμό κάποιων από τα παραπάνω αίτια.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η αύξηση της χοληστερόλης στο αίμα και ειδικότερα της LDL, προκαλεί εναπόθεση της χοληστερόλης στην εσωτερική επιφάνεια των αρτηριών οι οποίες μεταφέρουν το αίμα στην καρδιά, τον εγκέφαλο και σε άλλα όργανα του σώματος. Οι εναποθέσεις αυτές ονομάζονται αθηρωματικές πλάκες και η όλη διαδικασία του σχηματισμού των πλακών αυτών ονομάζεται αθηρωμάτωση.
Πρέπει να γνωρίζουμε όλοι, ότι η αθηρωμάτωση η οποία είναι εξελικτική διαδικασία αρχίζει από την παιδική ηλικία. Οι αθηρωματικές πλάκες που σχηματίζονται στα τοιχώματα των αρτηριών κάνουν τις αρτηρίες να χάνουν την ελαστικότητά τους ενώ παράλληλα προκαλούν στένωση του αυλού τους, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της ροής του αίματος που μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό θρόμβων. Ένας τέτοιος θρόμβος, εάν είναι αρκετά μεγάλος, μπορεί έως και να σταματήσει τη ροή του αίματος ή να παρασυρθεί από το αίμα και να βουλώσει μια μικρότερη αρτηρία. Αν ο θρόμβος φράξει αρτηρίες της καρδιάς (στεφανιαίες),ακολουθεί καρδιακό έμφραγμα, το οποίο είναι σήμερα μια από τις πλέον συχνές αιτίες θανάτου. Το ίδιο μπορεί να συμβεί σε αρτηρία του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα εγκεφαλικό επεισόδιο.
Πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι η διαδικασία της αθηρωμάτωσης, αν και εξελισσόμενη σιγά-σιγά επί σειρά ετών, όμως αρχίζει ήδη από τότε που είμαστε παιδιά. Γίνεται επομένως φανερό ότι, για να προλάβουμε την εξέλιξη της αθηρωμάτωσης που προκαλείται από την αύξηση της χοληστερόλης και είναι μία από τις κυριότερες αιτίες στεφανιαίας νόσου, είναι απαραίτητη η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της υπερχοληστερολαιμίας.

Πώς μπορείτε να υποψιασθείτε ότι το παιδί σας έχει υπερχοληστερολαιμία;

Μόνο με προληπτικό εργαστηριακό έλεγχο, δεδομένου ότι η υπερχοληστερολαιμία είναι «σιωπηλή» νόσος, δηλαδή δεν δίνει κανένα σύμπτωμα προκειμένου να γίνει αντιληπτή. Όταν γίνει κλινικώς αντιληπτή, τότε είναι ήδη αργά, διότι θα έχει πιθανότατα οδηγήσει σε επιπλοκές, όπως πόνο στο στήθος (στηθάγχη) λόγω κακής κυκλοφορίας του αίματος στις στεφανιαίες αρτηρίες ή πόνο στις γάμπες λόγω στένωσης των αρτηριών των κάτω άκρων.
Διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο με εξέταση αίματος στην οποία προσδιορίζονται συνήθως η ολική χοληστερόλη, η LDL-C, η HDL-C και τα τριγλυκερίδια. Η μέτρηση μόνο της τιμής της ολι κής χοληστερόλης δεν αρκεί. <35
Για να είναι αξιόπιστη η εξέταση θα πρέπει να προηγηθεί νηστεία 12-14 ωρών στη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται μόνο το νερό.
Στα παιδιά οι φυσιολογικές τιμές είναι οι εξής:

Εξέταση αίματος                           Επίπεδα λιπιδίων (mg/dl)
                                     Φυσιολογικά          Οριακά       Παθολογικά
Ολική χοληστερόλη           < 170              170-200           >200
LDL-C                                  <110             110-130          >130
HDL-C                                 >40                                        <35
Τριγλυκερίδια                      35-115           115-140         > 140

Πρέπει όμως να τονισθεί ότι οι αριθμοί δεν αρκούν. Η πλήρης και σωστή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων απαιτεί ειδικές γνώσεις και εμπειρία που μόνο ο γιατρός σας μπορεί να σας εξασφαλίσει.

Ποια παιδιά και σε ποια ηλικία πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο;

Πρέπει να εξετάζονται όλα τα παιδιά που έχουν βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό, δηλαδή τα παιδιά των οποίων ο ένας τουλάχιστον από τους γονείς έχει παρουσιάσει αυξημένη χοληστερόλη ή στεφανιαία νόσο (στηθάγχη ή καρδιακό έμφραγμα) σε ηλικία μικρότερη των 55 ετών.
Πάντως, τα τελευταία χρόνια τείνει να επικρατήσει η άποψη ότι όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως οικογενειακού ιστορικού, θα πρέπει να ελέγχονται για αυξημένη χοληστερόλη, επειδή η απουσία οικογενειακής επιβάρυνσης δεν είναι πάντα βέβαιη, καθώς πολλοί γονείς δεν γνωρίζουν ότι έχουν αυξημένη χοληστερόλη επειδή απλούστατα δεν έχουν υποβληθεί στην ανάλογη εξέταση. Επίσης η απουσία καρδιοπάθειας σε γονείς οι οποίοι διανύουν την τρίτη ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να την εκδηλώσουν αργότερα και πάντως πριν από την ηλικία των 55 ετών.
Τα παιδιά πρέπει να εξετάζονται για αυξημένη χοληστερόλη σε ηλικία μεγαλύτερη των 2 ετών, γιατί η εξέταση σε μικρότερη ηλικία είναι αναξιόπιστη.


Είναι απαραίτητη η θεραπεία της υπερχοληστερολαιμίας στα παιδιά και πως μπορούμε να την πετύχουμε;

Ναι, είναι απαραίτητη επειδή έχει πλέον αποδειχθεί ότι, η ελάττωση της χοληστερόλης οδηγεί σε ελάττωση του κινδύνου μελλοντικής καρδιακής νόσου. Επειδή μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, η αθηρωμάτωση είναι μια μακρόχρονη εξελικτική διαδικασία, φαίνεται πως όσο νωρίτερα διαγνωσθεί και αντιμετωπισθεί η υπερχοληστερολαιμία, τόσο καλύτερα αποτελέσματα έχουμε.
Στόχος της θεραπείας είναι η ελάττωση της αθηρωματογόνου LDL και η αύξηση της ευεργετικής HDL.
Τα βασικά μας όπλα για τη θεραπεία της παιδικής υπερχοληστερολαιμίας είναι η διαιτητική αγωγή και η σωματική άσκηση. Μπορούν, βεβαίως, σε ορισμένες, λίγες ευτυχώς, δύσκολες περιπτώσεις, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στη δίαιτα, να δοθούν και φάρμακα όπως οι στατίνες, οι οποίες αποτελούν πλέον τα φάρμακα πρώτης εκλογής, καθώς επίσης και οι ιοντοανταλλακτικές ρητίνες ( χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη) που όμως όλο και λιγότερο χρησιμοποιούνται σήμερα, γιατί είναι όχι τόσο αποτελεσματικές όσο οι στατίνες, έχουν δε και δυσάρεστη γεύση αλλά και δύσκολο δοσολογικό σχήμα. Σπανιότερα, σε πιο δύσκολες περιπτώσεις εφαρμόζονται συνδυασμοί φαρμάκων (πχ. μια στατίνη σε συνδυασμό με έναν αναστολέα της απορρόφησης της χοληστερόλης γνωστό με το όνομα εζετιμίμπη) ή άλλες πιο εξειδικευμένες θεραπείες Φαρμακευτική θεραπεία συνιστάται μόνο σε παιδιά μεγαλύτερα των 10 ετών και εφόσον μετά από επαρκή δίαιτα τουλάχιστον 6-12 μηνών η τιμή της LDL-C εξακολουθεί να παραμένει σε επίπεδα υψηλότερα των 190 mg/dl ή εφόσον η τιμή της LDL-C παραμένει άνω των 160 mg/dl σε συνδυασμό είτε με θετικό οικογενειακό ιστορικό ή με δύο ή περισσότερους άλλους παράγοντες κινδύνου εκτός του ιστορικού όπως το κάπνισμα (προκειμένου για εφήβους), η υπέρταση, η παχυσαρκία, η χαμηλή HDL-C ,ο σακχαρώδης διαβήτης κ.λπ.
Πρέπει να τονίσουμε ότι το διαιτολόγιο θα πρέπει να προγραμματίζεται στα παιδιά αυτά με τέτοιο τρόπο ώστε να μην εμποδίζεται η φυσιολογική τους αύξηση. Πρέπει, εν τούτοις, να τους καταστεί σαφές ότι, πρέπει η εφαρμογή του διαιτολογίου αυτού, με μικρές βεβαίως προσαρμογές ανάλογα με την ηλικία, να συνεχίζεται για όλη τους τη ζωή ώστε να διατηρούνται τα επίπεδα της χοληστερόλης μέσα σε φυσιολογικά όρια.
Τα παιδιά πρέπει να τρώνε τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες και φτωχές σε ολικό λίπος, κεκορεσμένο λίπος και χοληστερόλη. Ειδικότερα:
Η τροφή πρέπει να είναι πλούσια σε
λαχανικά
φρούτα
όσπρια
άπαχα ψάρια όπως γλώσσα, λιθρίνια, βακαλάος, πέστροφα, τόνος σε κονσέρβα στραγγισμένος
Το κρέας πρέπει να είναι κοτόπουλο ή γαλοπούλα (στήθος) και λιγότερο συχνά άπαχο μοσχάρι και όλα αυτά βραστά ή ψητά.
Το λάδι που χρησιμοποιείται στα φαγητά πρέπει να είναι το ελαιόλαδο, το οποίο όμως θα πρέπει να είναι ωμό, διότι εφόσον καπνίσει χάνει τις ευεργετικές του ιδιότητες.
Τα τυριά πρέπει να περιορισθούν σε ποικιλίες φτωχές σε λίπος (ανθότυρο).
Το γάλα και το γιαούρτι πρέπει να είναι αποβυτουρωμένα, ενώ σε περίπτωση ελαφράς υπερχοληστερολαιμίας μπορεί να καταναλώνεται γάλα ή γιαούρτι μερικώς αποβυτουρωμένο (1-2%)
Θα πρέπει να αποφεύγονται
τα τηγανητά
το βούτυρο και οι μαργαρίνες
όλα τα κίτρινα τυριά
η σοκολάτα, τα γλυκά και τα παγωτά
τα φαγητά με κρέμα γάλακτος
τα είδη fast food (hamburgers κ.λπ.)
τα είδη περιπτέρου (γαριδάκια, chips κ.λπ.)
ο κρόκος του αυγού, αν και τα τελευταία χρόνια τείνει να θεωρηθεί «αθώος», επομένως επιτρέπονται έως δύο βραστοί κρόκοι εβδομαδιαίως
τα αλλαντικά
τα παχιά κρέατα
τα παχιά ψάρια, οι γαρίδες, το αυγοτάραχο, οι ρέγγες
τα εντόσθια
η μαγιονέζα
το πλήρες γάλα και το πλήρες γιαούρτι

Τα τρόφιμα «light» δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται χωρίς τη συμβουλή γιατρού, επειδή μερικές φορές περιέχουν συστατικά τα οποία δεν είναι κατάλληλα για παιδιά.
Αν συνυπάρχει παχυσαρκία, πρέπει το βάρος να επανέλθει σε επίπεδα κανονικά για την ηλικία και το ύψος του παιδιού.
Πρέπει, τέλος, τα παιδιά με αυξημένη χοληστερόλη να γυμνάζονται και να αθλούνται γιατί τούτο βοηθά τόσο στη διατήρηση κανονικού βάρους όσο και στην αύξηση της HDL αλλά και στη βελτίωση της «ποιότητας» της LDL.


Συμπερασματικά:

Δεν πρέπει οι γονείς να ξεχνούν ότι, η αντιμετώπιση της αυξημένης χοληστερόλης του παιδιού τους είναι εφικτή. Η αντίληψη, ιδιαίτερα, των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας, ότι δεν πρέπει να ασχολούμαστε με τέτοια θέματα σε τόσο μικρή ηλικία και ότι τα παιδιά είναι αδιανόητο να υποβάλλονται σε δίαιτα στην περίοδο της ανάπτυξής τους, είναι απολύτως λανθασμένη. Αντίθετα, θα πρέπει οι νέοι γονείς να είναι ευαισθητοποιημένοι στην έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση του προβλήματος, γιατί αυτό θα εξασφαλίσει στο παιδί τους όχι μόνο μακροβιότητα αλλά και καλή υγεία.
Βέβαια, όπως κάθε παιδί, έτσι και το παιδί με την αυξημένη χοληστερόλη χρειάζεται τακτική προληπτική ιατρική παρακολούθηση. Ο παιδίατρος είναι εκείνος ο οποίος θα εκτιμήσει την επάρκεια του διαιτολογίου και θα καθορίσει τις τροποποιήσεις που ενδέχεται να χρειασθούν. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί, ότι η παρακολούθηση των παιδιών με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και πολύ περισσότερο όσων κρίνεται αναγκαίο να λάβουν φαρμακευτική αγωγή, θα πρέπει να γίνεται όχι μόνο από τον παρακολουθούντα Παιδίατρο, αλλά σε συνεργασία και με Παιδίατρο εξειδικευμένο στην Παιδιατρική Λιπιδιολογία, λόγω ορισμένων ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζει η συγκεκριμένη παρακολούθηση.

Περισσότερα